Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.24

-24-
  Η Αρετή αισθανόταν ήδη κάτοχος της ενοχής. Ένιωθε αυτήν την εξομολόγηση ως μια πρόβα πριν το εδώλιο. Νοητά βρισκόταν στην κατάμεστη αίθουσα προσπαθώντας να αποφύγει όλα εκείνα τα βλέμματα που θα τρυπούσαν το κορμί της φτάνοντας ως την ψυχή. Η κάψα στα μάγουλα φούντωνε και η καρδιά μίκραινε μπρος σ' έναν νόμο που αποδεχόταν εύκολα μια στρεβλή εικόνα. Μπρος σε μια κοινωνία που έπλαθε μύθους επίμονους και επικίνδυνους. Όλοι θα κρέμονταν απο τα χείλη της και αυτή αναγκασμένη να περιγράψει τη φρίκη ξανά και ξανά. Αναγκασμένη να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις με φόβο μιας λάθος λέξης που ίσως την κατέστρεφε. Το κεφάλι της πονούσε και κοίταξε τον Πέτρο στα μάτια.
  “Πόσες ελπίδες έχω;” τον ρώτησε και αυτός μίσησε τον εαυτό του που μαζί δεν έπαιρνε το πτυχίο του για να το σκίσει ενώπιόν της. Απάντηση δεν είχε και η σιωπή του τραγική. Συνειδητοποίησε πως τόσα χρόνια σπούδαζε το ψέμμα, τις τακτικές και τη γνώση να αποδυναμώνει την ισχύ των νόμων. Αναρωτήθηκε πως ήταν δυνατόν σ’ όσα οι άνθρωποι όρισαν για την καταπολέμιση του άδικου να τους έδωσαν εναλλακτικές. Πως ήταν δυνατόν να αμφέβαλαν και οι ίδιοι για το δίκαιο;
Έφερε το κορμί του κοντά στο τραπέζι και έδεσε τα δάχτυλα μεταξύ τους.
  “Άρετή άκουσέ με. Στον Θεό δεν πιστεύω…οι άνθρωποι τον επικαλούνται τις στιγμές που είναι έτοιμοι να τα παρατήσουν… όταν παύουν να πιστεύουν στον εαυτό τους και στις δυνάμεις τους… μόνο τότε θυμούνται το Θεό και δεν θέλουν να καταλάβουν πως η δική του δουλειά τελείωσε μετά τη δημιουργία μας. Απο τότε, όλα είναι ανθρώπινα επιτεύγματα, θαύματα, αποτυχίες, αδικίες, καλό και κακό… όλα δικά μας Αρετή, όλα στο χέρι μας. Σου υπόσχομαι λοιπόν πως θα δημιουργήσω τις ελπίδες που χρειάζεται… σου υπόσχομαι πως θα βάλω τα δυνατά μου για να μην προσευχηθείς… σου υπόσχομαι να φτιάξω την δική μου προσευχή. Βρες τη δύναμη Αρετή, αυτήν που έχεις ηδη μέσα σου και μίλα μου… γίνε η ηρωίδα μου… γίνε η ηρωίδα τόσων άλλων γυναικών. Δείξε Αρετή στον κόσμο να κοιτά σωστά” της είπε και αυτή έσφιξε τα χείλη πριν τα ανοίξει για να του περιγράψει την κλοπή της αξιοπρέπειάς της. Ένας περίεργος χτύπος μέσα της, αλλιώτικος, φούσκωσε την καρδιά της γεμίζοντάς την με τη δύναμη που ο  Πέτρος της μίλησε. Δύναμη για την Στέλλα του νησιού της. Δύναμη για την άγνωστη Γιωργία. Δύναμη για την ξεχασμένη Κατερίνα και την ντροπιασμένη Λένα. Δύναμη για κάθε γυναίκα που μαζί με την αξιοπρέπεια τής έκλεψαν και τη φωνή. Της έκοψαν τη γλώσσα και την καταδίκασαν σε μια ζωή σκέτο κολαστήριο να πιστεύει πως την αξίζει. Η Αρετή βρήκε τη δύναμη και διηγήθηκε την εμπειρία της με το κεφάλι ψηλά και δάκρυα στα μάτια. Θυμός τσαλάκωνε το πρόσωπό της και ένιωσε μιαν άλλη.
Ο Πέτρος δεν έπαυε λεπτό να καταγράφει λέξεις και προτάσεις νιώθοντας ασφυκτικά στο ίδιο του το σώμα. Ήθελε να απαρνηθεί τη φύση του, τη δουλειά του και να καταταγεί στο πλευρό των θηλυκών. Πλάι στα πιο όμορφα πλάσματα, στα στολίδια του κόσμου που κάποιοι έσπαγαν για το κέφι τους. Σκέφτηκε τη γιαγιά του που, στις πρώτες του κιόλας σχέσεις του, υπήρχαν στιγμές όπου εκείνη σήκωνε τα μάτια πάνω απο τα γυαλιά της και πριν αυτός πει οτιδήποτε για το κορίτσι του, του τόνιζε 

– Η γυναίκα είναι αυτό που θέλει ο Θεός γι αυτό να τη σέβεσαι όπως θα έκανες και μ' εκείνον-

Η συμβουλή της ήταν και το μόνο δίδαγμα μιας θρησκείας ακριβώς όπως αυτός την βίωνε μέσα του μέχρι σήμερα.
Η Αρετούλα κατάφερε να πει την τελευταία λέξη και έπειτα συντετριμμένη τον κοιτούσε. Εξερευνούσε το πρόσωπό του θέλοντας να ερμηνεύσει όσα το ύφος έκρυβε. Δεν την ένοιαζαν πια οι κουβέντες συμπαράστασης που θα ξεστόμιζε μα οι αληθινές σκέψεις, οι διαφανείς απόψεις του που καθρέφτιζαν τα πραγματικά συναισθήματα απο την εξομολόγησή της. Την καταλάβαινε άραγε; αναρωτιόταν. Την πίστευε; Μήπως την έκρινε;
Ο Πέτρος ακούμπησε το στυλό του πάνω στα χαρτιά και αργά έσυρε το βλέμμα του απέναντι, σε εκείνη.
  “Γιατρό επισκέφθηκες;” την ρώτησε κοφτά προδίδοντας μιαν ψεύτικη ψυχρότητα. Το κορίτσι κούνησε αρνητικά το κεφάλι σβήνοντας τον εύκολο δρόμο προς την δικαιοσύνη.
  “Όταν έφυγες απ’ το σπίτι του Μάρκου, που πήγες;” συνέχισε με επαγγελματισμό και η μη άμεση απόκρισή της τον έκανε αυστηρό.
  “Αρετή συγκεντρώσου. Σε ρώτησα κάτι
  “Στον δρόμο. Τριγυρνούσα στον δρόμο. Ήξερα πως επιστρέφοντας εκείνος θα με έψαχνε και μέτραγα τις μέρες... πίστευα πως αν περνούσαν μερικές και δεν με έβρισκε όλα θα τελείωναν” απάντησε τελικά πνίγοντας τα δάκρυα στις άκρες των ματιών της που είχαν τόσο ταλαιπωρηθεί απο τη θλίψη.
 “Αλλά δεν τελείωσαν...” μουρμούρησε ο Πέτρος ρίχνοντας ένα φευγαλαίο βλέμμα στις καταγεγραμμένες πληροφορίες μπροστά του.
  “Ούτε σημάδι, ούτε ιατρική γνωμάτευση, ούτε μάρτυρες” συμπλήρωσε τρίβοντας το πρόσωπό του προβληματισμένος και η Αρετή σηκώθηκε νευρικά απο τη θέση της. Χτύπησε άγαρμπα τις παλάμες στο τραπέζι θυμίζοντας κάτι απο το δυναμικό κορίτσι του κοντινού παρελθόντος. Ήταν ικανή να κάνει τα πάντα. Ικανή να θάψει την αδικία εναντίον της για να μην πληγωθεί κανείς. Ικανή να προσποιηθεί πως δεν συνέβη αλλά αν έπρεπε να πάρει το θέμα διάσταση, δεν ήταν διόλου ικανή να δεχθεί την ντροπιαστική αμφισβήτηση. Ήταν θύμα, όχι μόνο γιατί κάποιος παραβίασε την ψυχή της και το σώμα της, μα γιατί έγινε αιτία να χάσει τον εαυτό της. Και απέναντι στον σκεπτικό Πέτρο η Αρετή τον ξαναβρήκε. Το πείσμα πήρε ζωή και ο θυμός τής έδειχνε τον θρόνο του θύτη πλέον.
  “Απόδειξη είμαι εγώ και θα την κάνω υπερ αρκετή αρκεί να ξέρω οτι θα με βοηθήσεις” του τόνισε και αφού επέστρεψε ο Μάρκος οι θύρες κλείδωσαν, οι μέρες σώπασαν και ο άνεμος καταλάγιασε.


  Η Αρετή κατέθεσε μήνυση με την καθοδήγηση του Πέτρου ύστερα απο μια εβδομάδα και ακολούθησε πιστά τις μετέπειτα εντολές του. Έβλεπε μια ψυχολόγο με προκαθορισμένο ραντεβού που πραγματοποιόταν στο σπίτι του Μάρκου όπου και είχε πλέον μεταφέρει τα λιγοστά της πράγματα. Προετοίμαζε τον εαυτό της για τη μεγάλη μάχη, οχυρωνόταν και ρίχνοντας την ψυχή της στο τραπέζι, την έμαθα καλά, την κατανόησε και της υποσχέθηκε να τη δικαιώσει. Αλλά και ο Μάρκος συμφώνησε σε μερικές συνεδρίες για χάρη της μικρής του. Έλαβε θετικά την συμβουλή του φίλου του που τον έστρεψε προς αυτήν την κατεύθυνση και, μιλώντας στον ειδικό, μπόρεσε όχι μόνο να ερμηνεύσει ορθά όλα του τα συναισθήματα για το συγκεκριμένο γεγονός αλλά και εκείνα των παιδικών του χρόνων.  Πάνω απ’όλα, όμως ,ο Μάρκος έμαθε τον σωστό τρόπο να σταθεί πλάι στην Αρετή του και το ζευγάρι μετέτρεψε την οργή, την αδικία και την στεναχώρια σε δύναμη. Σιγά σιγά οι αγκαλιές τους απέκτησαν την παλιά γνώριμη οικειότητα και ο έρωτας στάθηκε αντάξιος απέναντι σε όλες τις δυσκολίες. Ο σκληρός άντρας των τελευταίων μηνών είχε εντελώς αποχαιρετήσει την πραγματικότητα της μικρής και μπροστά της είχε τον πρίγκιπα των ονείρων της. Δεν αμφέβαλε βέβαια ποτέ, ξέροντας πως πίσω απο την αλύγιστη στάση του η καρδιά του ήταν φτιαγμένη απο μέλι.

  Ο Δημήτρης, από την άλλη, μετά το πρώτο σοκ απο την έφοδο της αστυνομίας σπίτι του αλλά και την πρώτη του κατάθεση κατάλαβε γρήγορα οτι η κατηγορία εναντίον του ήταν εντελώς αδύναμη και φόρεσε το ειρωνικό του χαμόγελο μόλις των έβγαλαν με εγγύηση. Η αυτοπεποίθησή του ήταν σε τέτοιο βαθμό που δεν του επέτρεπε να μετανιώσει, δεν άφηνε στον εαυτό του τα περιθώρια να σωθεί έστω και την τελευταία στιγμή. Αντίθετα, η μάνα του Μάρκου τού την ενίσχυε προδίδοντας και την δική της ενοχή και οι αντιδράσεις της προκάλεσαν το ενδιαφέρον νομικών και αστυνομίας. Η Έλσα δεν προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τον γιο της, ούτε και φέρθηκε όπως κανείς θα περίμενε μετά απο μια τέτοια καταγγελία. Έτσι, διάλεγε το απέναντι στρατόπεδο απο εκείνον διευκολύνοντας τις δικές του αποφάσεις. 
Ένα βράδυ ο Πέτρος του δήλωσε τα συμπεράσματά του.
  “Η Αρετή ήταν η μόνη γυναίκα που η μάνα σου φοβήθηκε Μάρκο. Η στήριξή της στον Δημήτρη φαίνεται πιο ισχυρή απο την αγάπη της για σένα. Θέλει απεγνωσμένα να αθωωθεί. Έκατσα και σκέφτηκα. Θυμήθηκα τα λόγια σου, τις πράξεις της Αρετής αλλά και όσα έχω σημειώσει. Αυτό το κορίτσι Μάρκο δεν θα σε εγκατέλειπε για κανέναν λόγο. Δεν θα έφευγε τρομάζοντας μπροστά σε εκβιασμούς και απειλές. Σκέψου πόσα της έκανες και δε σε μίσησε. Την έφτασες στο χείλος της εξαθλίωσης και ούτε μια στιγμή δεν έβγαλε τον θυμό της πάνω σου. Άλλωστε, όταν στις αρχές της σχέσης τής έθεσες δυο επιλογές, εκείνη διάλεξε και πάλι εσένα κι ας ήσουν ο δύσκολος δρόμος... γιατί όποιος αγαπάει γίνεται ατρόμητος, όπως έγινε με τη διεκδίκησή της, όπως έγινες και εσύ με τη δική σου. Η μάνα σου το κατάλαβε... το είδε... το ένιωσε. Στο μυαλό της αμέσως το ταμείο της άρχισε να χάνει χρήματα, το ποσό μειωνόταν όσο εσείς είσασταν μαζί και ως γυναίκα ήξερε ποιος είναι ο τρόπος να τσακίσει μιαν άλλη. Όλα υπολογισμένα Μάρκο. Ακόμα και να μην έφευγε η Αρετή μετά το βιασμό, αυτή πόνταρε στην ψυχολογική της κατάσταση και στην ερωτική απομάκρυνση απο εσένα. Έτσι, σκέφτηκε πως με κάποιον τρόπο θα χωρίζατε αργά ή γρήγορα. Κρατούσε τη σχέση της με τον Δημήτρη κρυφή και θα την βόλευε εως σήμερα να μην έχει αποκαλυφθεί. Ίσως τότε να έπαιζε το παιχνίδι απέναντί σας αλλιώς, ίσως να ερχόταν με το μέρος σας αλλά δυστυχώς για εκείνη αυτό το σχέδιο κάηκε” κατέθεσε και ο Μάρκος ένιωσε χίλια χέρια χωμένα μέσα του να σφίγγουν τα κόκκαλά του. Ένιωσε οτι απο στιγμής σε στιγμή αυτά με μια απότομη κίνηση θα τα ξερίζωναν και εκείνος σαν ένα παλιό κομμάτι κρέας θα χυνόταν στο χώμα να τον πατούν οι κάτοικοι αυτού του κόσμου. Η μάνα του είχε τερματίσει την έννοια της απανθρωπιάς και αυτός ανακατεύτηκε που είχε έρθει στη ζωή απο τα δικά της σπλάχνα.
  “Με απλά λόγια μου λες πως είναι ο ηθικός αυτουργός” είπε βγάζοντας την φωνή του μέσα απο τα σφιχτά του δόντια.
  “Είμαι βέβαιος” απάντησε ο Πέτρος βλέποντας τον Μάρκο να κονταροχτυπιέται με τον εαυτό του μην επιτρέποντας στο τέρας μέσα του να αποδώσει εκείνη την δικαιοσύνη που όριζαν οι όμοιοί του στα έγκατα της γης.

  Η ημερομηνία της δίκης είχε οριστεί, με τον Πέτρο να παλεύει, επιτυχώς, για να μην πάρει αναβολή και πλέον το γεγονός βρήκε το φως της δημοσιότητας. Η Αρετή ένιωσε τρόμο με τόσους δημοσιογράφους να καλούν νυχθημερόν στο τηλέφωνο του σπιτιού αλλά και να κατασκηνώνουν έξω απο το σπίτι τους. Κλεινόταν στο δωμάτιο της για ώρες παρακαλώντας να τελειώσει αυτό το μαρτύριο. Τότε ήταν που ο Μάρκος έγινε η φωνή της αλλά και τα προστατευτικά της τοίχη. Τόσα χρόνια χρησιμοποιούσε τη δύναμη των μέσων για τη δουλειά του γεμίζοντας λεφτά τους ιδιοκτήτες των περιοδικών και των καναλιών ...και είχε φτάσει η ώρα να τους εκμεταλλευτεί. Έτσι, έκλεισε ραντεβού για συνεντεύξεις, τόσο στον τύπο, όσο και στην τηλεόραση με συγκεκριμένο σκοπό. Ανακοίνωσε δημόσια την επανασύνδεσή του με την Αρετή και επιβεβαίωσε τις φήμες για τον βιασμό της λέγοντας καθαρά το όνομα του δράστη. Παράλληλα, απαίτησε απ’όλους να σεβαστούν την κατάσταση μην ενοχλώντας την μικρή και τους άνοιξε τις πόρτες να απευθύνονται μόνο σε εκείνον όπου τους διευκόλυνε απαντώντας παντού, πάντα και για τα πάντα. Σε λίγες μόνο μέρες το όνομα του Δημητρή είχε διασυρθεί πριν ακόμα γίνει δίκη. Το ταξιδιωτικό γραφείο που διατηρούσε στο κέντρο έχασε όλη την πελατεία του και οι γυναίκες υπάλληλοι παραιτήθηκαν. Οι δημοσιογράφοι κατέκλεισαν την είσοδο του σπιτιού του και τα κανάλια έπαιζαν τόσο τις φωτογραφίες του όσο και επαναλάμβαναν το όνομά του ξανά και ξανά. Είχε γίνει πλέον διάσημος.
Αυτό βέβαια βρήκε αντίθετο τον Πέτρο αλλά ο Μάρκος απάντησε στις υποδείξεις του χαμογελώντας,   “Ας με μηνύσει για συκοφαντική δυσφήμιση. Δεν κρύβομαι

  Μ’αυτόν τον τρόπο, όμως, έμαθε ο πατέρας της Αρετής τι ακριβώς είχε συμβεί στο κορίτσι του. Καθισμένος, μια απο τις σπάνιες φορές, μπρος στην τηλεόραση άκουσε τα νέα μέχρι που τα αφτιά του άρχισαν να βουίζουν και τα μάτια του να δακρύζουν. Η μάνα της χτύπησε το στόμα της ως ένδειξη αυτοτιμωρίας και αποφυγής να ελευθερωθεί μια απόκοσμη κραυγή... και ο αδερφός της έφυγε απο το σπίτι τρέχοντας στην παραλία για ώρες.
  “Θα το έχει μάθει όλο το χωριό” ψέλλισε άθελά της η μητέρα τής Αρετής και ο κυρ Παναγιώτης έσφιξε του μοιρούς του με τις παλάμες και σηκώθηκε αργά αργά όρθιος. Βάδισε μπρος στην γυναίκα του και την κοίταξε με τα βρεγμένα του μάτια.
  “Στη ζωή μου δεν σε χτύπησα ποτέ αλλά αν ξαναπεις κάτι παρόμοιο να είσαι σίγουρη πως θα το κάνω. Εγώ ο ίδιος θα πάω στην Αθήνα για να το φωνάξω, να το μάθει κι άλλος κόσμος, όχι μόνο το χωριό. Κανείς δεν θα φιμώσει το παιδί μου, κανείς δε θα το δείξει με το δάχτυλο, κανείς δεν θα το κάνει να ντραπεί. Το κατάλαβες γυναίκα;” δήλωσε και έφυγε για την τράτα του. 
Αυτός και η θάλασσα να μείνουν. 
Αυτή ήξερε να τον συμβουλέψει, τα σημάδια της ποτέ δεν τον πρόδωσαν και ο κυρ Παναγιώτης, ο αμόρφωτος, ο φτωχός ψαράς θα άφηνε την καρδιά του στα νερά της. Έβαλε μπρος τις μηχανές και ξανοίχτηκε στην επικίνδυνη ομορφιά της μέχρι που σταμάτησε όταν βεβαιώθηκε οτι είχε απομακρυνθεί αρκετά. Άφησε την τράτα του να επιπλέει και αυτός βάδισε στην πλώρη κοιτώντας τον ορίζοντα. Ασυναίσθητα άπλωσε το ένα του χέρι μπροστά και κρατώντας το στον αέρα ψέλλισε,   «Αρετούλα» 
Τα μάτια του δυο καταράκτες και το γερασμένο του σώμα αδύναμο να αντισταθεί στα κύμματα, πέφτοντας στο σημείο που συνήθιζε να κάθεται το παιδί του. Εκεί στην άκρη σωριάστηκε. Πότε έστρεφε το βλέμμα στο Θεό και πότε το έκρυβε σκύβοντας. Τα χρόνια έφευγαν απο πάνω του γρήγορα και η καρδιά του αποκτούσε βαθιές ρωγμές. Η ψυχή του να γκρεμίζεται και η θάλασσα άρχισε να φουρτουνιάζει. Καμιά του σκέψη δεν απελευθέρωσε με λέξεις. Κανένα συναίσθημα δεν φώναξε παρά τα κράτησε όλα σαν πολύτιμα φυλαχτά. Άλλωστε δεν ήταν άνρθωπος που πίστευε στα πολλά λόγια μα ούτε και είχε πάει σχολείο για να μάθει τα κατάλληλα που άρμοζαν σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο κυρ Παναγιώτης απλώς έκλαψε όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Δίχως ντροπή, ανθρώπινα όπως ένας πατέρας που προσπαθούσε να μάθει στα παιδιά του το καλύτερο του κόσμου και αυτός τώρα τον είχε διαψεύσει. Όπως ένας γονιός που γνωρίζει οτι δεν είναι αλάνθαστος και παρόλο που κανείς δεν τον προετοίμασε γι αυτόν τον ρόλο πάλεψε να μην απογοητεύσει τα παιδιά του. Και τώρα, κάτω απο τα μάτια του Θεού θέλει να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να πάρει άλλον δρόμο, εκείνον που δεν θα πλήγωνε την Αρετούλα του ποτέ. Μια ευκαιρία να μπορούσε να είχε για να ξαναδοκιμάσει αυτήν τη φορά καλύτερα. Η μόνη του ευχή.

  Μέχρι να πέσει η νύχτα, σπίτι του δεν γύρισε μα όταν ήρθε η ώρα να το κάνει, μπήκε στην κάμαρα και σκούντηξε την κυρά του που δήθεν κοιμόταν.

   “Απο αύριο κοίτα να μαζέψεις μερικά πράγματα... σε δυο μέρες θα πάμε στην Αθήνα” της είπε και οι δυό τους έβγαλαν το βράδυ στην ασβεστωμένη αυλή τους με ένα φλυτζάνι καφέ καθένας κοντά, να κοιτούν αμίλητοι τον σπαρμένο μ’άστρα ουρανό και τον θάνατό του καθώς ξεμυτούσε πονηρά ο ήλιος το ξημέρωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.