Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.25

-25-
  Ο πατέρας της Αρετής δεν δυσκολεύτηκε να βρει την διεύθυνση κατοικίας του Σιμεωνίδη. Εκεί οδηγήθηκε αφού ο ίδιος ο Μάρκος διαλαλούσε τη σχέση του με τη μικρή και έτσι ο κύριος Παναγιώτης ήξερε που ακριβώς θα έβρισκε το παιδί του. Έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά, με τη γυναίκα και τον γιο του, νωρίς το πρωί. Σ' όλο το ταξίδι αυτό το πελώριο πλοίο, σε σύγκριση με την τράτα του, δεν τον χωρούσε. Τα πάντα τον ενοχλούσαν και ανέβηκε στο κατάστρωμα μόνος να τον χτυπήσε ο αέρας που μετέφερε την γνώριμη αλμύρα της θάλασσας. Δεν είχε τις γνώσεις για να εξηγήσει το συναίσθημά του και κάθε τόσο έβαζε την παλάμη στο στέρνο του τρίβοντάς το. Μια ενόχληση, σαν μικρά τσιμπήματα, τον χτυπούσε κάθε τόσο και αυτός τα χάιδευε προσπαθώντας να ανακουφιστεί.  Όταν από μακριά αντίκρυσε το λιμάνι τίποτα δεν τον κρατούσε, για την ακρίβεια ήθελε να πηδήξει στο νερό και να φτάσει την ξηρά όσο το δυνατόν γρηγορότερα, μα έπνιξε την λαχτράρα του και ακολούθησε τον τυπικό τρόπο αποβίβασης.
  Οι τρεις τους σταμάτησαν ένα ταξί και ο κύριος Παναγιώτης έδειξε στον οδηγό το τσαλακωμένο χαρτί που είχε γράψει τον προορισμό τους. Όσο διήρκησε η διαδρομή, που ήταν περίπου μία ώρα, εκείνος καθόταν στην θέση του συνοδηγού και κοιτούσε έξω απο το παράθυρο αμίλητος. Η πόλη του φαινόταν τρομακτική. Σήκωνε τα μάτια στις κορυφές των κτηρίων και είχε την αίσθηση πως αυτά θα έγερναν καταπλακώνοντας τους ανθρώπους. Πως λίγο αεράκι να περνούσε θα τα παρέσερνε με ευκολία. Διέσχιζαν τους δρόμους ανάμεσά τους και στα μάτια του έμοιαζε η πόλη με λαβύρινθο που ποτέ κανείς δεν έβρισκε διέξοδο, όλοι ανακγασμένοι να γυρνούν γύρω απο το ίδιο σημείο, γύρω απο τους εαυτούς τους και να θεωρούν πως αυτό ήταν η ζωή… οι κύκλοι. Παρατηρούσε τις εκφράσεις του προσώπου τους και απορούσε. Οι περισσότεροι περπατούσαν μηχανικά με βήμα γοργό δίχως να νιώθουν και να βλέπουν κανέναν γύρω τους... και άλλοι πάλι φορούσαν ένα χαμόγελο εκπλήσσοντας τον κύριο Παναγιώτη με την ομοιότητα που το σχημάτιζαν τα χείλη. Διαφορετικοί άνθρωποι μα ολόιδιο χαμόγελο. Τα ρούχα τους εντυπωσιακά. Οι τσάντες τους πρόδιδαν όσα είχαν πετύχει στη ζωή τους και τα μάτια τους καλά κρυμμένα πίσω απο τα σκούρα τους γυαλιά. Ακόμα και τα παιδιά έμοιαζαν με τους μεγάλους. Ίσως όμως και να έκανε λάθος. Τι ήξερε αυτός;
  Ο θόρυβος των αυτοκινήτων ασταμάτητος... μπορούσε να τον τρελάνει. Παρανοϊκές κόρνες, άνευ λόγου και αιτίας, χτυπούσαν κάθε τόσο και τα σιδερένια μηχανοκίνητα κουτιά συνωστίζονταν στις διαγραμμίσεις τής ασφάλτου γεννώντας εκνευρισμό στους οδήγους που μετατρέπονταν σε λεξιπλάστες ντροπιαστικών επιθέτων εκτοξεύοντας τα ο ένας στον άλλον. Τις φωνές συνόδευαν ανάρμοστες χειρονομίες και ο κύριος Παναγιώτης αναρωτιόταν πόσα πτυχία μπορεί να έχουν αυτοί οι άνθρωποι. Γνώριζαν τόσα πολλά και εκείνος ήταν ανίκανος να χαρακτηρίσει ακόμα και τους χτύπους της καρδιάς του. Τόσος πολιτισμός στριμωγμένος στην πόλη σκέφτηκε τη στιγμή που τα μάτια του συνάντησαν έναν άντρα ξαπλωμένο στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Ήταν κουλουριασμένος με την πλάτη γυρισμένη. Αγκάλιαζε τον εαυτό του και φαινόταν να φοράει όσα ρούχα είχε στην ντουλάπα του. Λογικό με τόσο κρύο, παραδέχτηκε με το νου ο κύριος Παναγιώτης. Ο ίδιος κατάφερε να διακρίνει ένα πουκάμισο, μια μάλλινη μπλούζα και ένα μπουφάν. Ο άντρας αυτός είχε, επίσης, στο κεφάλι του ένα σκουφί και κάτω απο το κορμί του απλωμένα κομμάτια απο χαρτόκουτα. Αν και τα ρούχα ήταν παλιά μάλλον δεν ήθελε να τα λερώσει, συλλογίστηκε και συνέχισε να τον επεξεργάζεται. Τα παπούτσια του φαίνονταν φθαρμένα και στην άκρη τους υπήρχε μια πλαστική σακούλα απο σούπερ μάρκετ, συντροφιά μ' ένα τσίγκινο κεσεδάκι κονσέρβας παραδίπλα. Ο κύριος Παναγιώτης είδε τους ανθρώπους να τον προσπερνούν και σκέφτηκε πως ίσως δεν ήθελαν να τον ενοχλήσουν, αν και απόρησε που αυτός ξαπόσταινε κατάχαμα στην άκρη του δρόμου. Ο ίδιος, βέβαια, ήταν τόσο αμόρφωτος που, ενώ ήθελε, απέφυγε να ρωτήσει τον οδηγό για να μην φανεί χωριάτης. 
  Το βλέμμα συνέχισε καθώς το αμάξι απλώς τσουλούσε και του επέτρεπε να παρατηρήσει λεπτομέρειες. Μικροσκοπικά μουντά μπαλκόνια κρέμονταν στα κτήρια που χωρούσαν μόλις έναν άνθρωπο και παρόλαυτά πάνω τους έβλεπες μπουγάδες αλλά και μερικές γλαστρούλες με λουλούδια που ψυχοραγούσαν πνιγμένα στο καυσαέριο. Μαγαζιά παντού, μεγάλες ταμπέλες που ανακοίνωναν εκπτώσεις, προσφορές αλλά και πόσο καλύτερος ήταν ο ένας επιχψειρηματίας απο τον άλλον. Ονομασίες ξενικές και η πολυτέλεια ξεπεταγόταν σαν έκπληξη εκεί που δεν την περίμενε το μάτι. Κάποιες φορές εμφανίζονταν μοναχικά δέντρα με κλαριά γερμένα σαν να μελαγχολούσαν. Ξεχασμένα απο την εποχή που το τσιμέντο δεν έπνιγε το χώμα και επέτρεπε στη γη να ανασάνει. 
Τα τελευταία παιδιά της φύσης. 
Και το αμάξι συνέχιζε και ο κύριος Παναγιώτης ένιωσε οτι βρισκόταν στην Αθήνα χρόνια πολλά, χρόνια αμέτρητα και αυθόρμητα γύρισε το κεφάλι του προς τα πίσω να δει τη θάλασσά του, μα αυτή είχε χαθεί. Περνούσαν απο περιοχή σε περιοχή και το σκηνικό άλλαζε λες και κάποιος τους είχε καθίσει σε μια καρέκλα, με τα μάτια ορθάνοιχτα και σκοπό να τους κάνει πλύση εγκεφάλου, να τους μυήσει στον πολιτισμό και την εξέλιξη. Μα εκείνος ήταν αμόρφωτος και εμπόδιο στα ανθρώπινα επιτεύγματα δεν θα έμπαινε. Και η γυναίκα του, δηλαδή, τι να έκανε σε μια πόλη; Νοικοκυρά ήταν μόνο και ήξερε να ασβεστώνει την αυλή τους. Ήξερε να φυτεύει τα λουλούδια, να τα φροντίζει και να τους μιλά. Ήξερε και να τους αγαπά, μα μ'αγάπη χτίζονται οι πολείς; αναρωτήθηκε.
Τι να έκανε η κυρά του ανάμεσα στους μυαλομένους ανθρώπους; Και ο γιος του επίσης. Δεν ήταν ο Ορέστης σαν την Αρετούλα του. Έξυπνο παιδί και καλός στο ψάρεμα αλλά αυτός ήδη ένιωθε άβολα μέσα στα παπούτσια του. Όλη του τη ζωή την έβγαλε ξυπόλητος στα βότσαλα και τα νερά, άντε τώρα να τον πείσεις πως η πόλη είχε ευκαιρίες αρκεί να ήσουν παπουτσωμένος. Και να ήταν μόνο αυτό, ποιος θα έδενε γραβάτα στον λαιμό του Ορέστη; Μια φορά το επιχείρησε η Αρετή για το γάμο μιας φίλης της και αυτός θύμωσε πετώντας την στα σκουπίδια.
“Άντε μωρέ… θαρρείς είμαι σκύλος και μου περνάς τούτο το λουρί;” της είπε. 
Έξυπνο παιδί μα αμόρφωτο σαν εκείνον, γιατί το απολυτήριο του λυκείου στην πρωτεύουσα δεν φτάνει... ο άνθρωπος χρειάζεται πτυχία για να γίνει σαν όλους αυτούς που έβλεπε διασχίζοντας τα σπλάχνα της πόλης. Πίστευε πως όσοι περπατούσαν με το κεφάλι τους ψηλά είχαν κάποιο είδος εξουσίας και για εκείνους που βάδιζαν με το πρόσωπο χαμηλωμένο ήταν βέβαιος οτι σκέφτονταν πολύ… σε αντίθεση με τον ίδιο και την οικογένειά του που ήταν μαθημένοι να κοιτούν μπροστά αφού η μόνη θέα που είχαν ήταν αυτή του ορίζοντα. 
Το σημείο που ο ουρανός κρατά το χέρι της θάλασσας. Αμόρφωτοι άνθρωποι, τι περιμένεις;

  Το ταξί σταμάτησε σ' έναν όμορφο δρόμο, πλατύ και άνετο που ενώ είχε στην άκρη του ψηλά κτήρια έδειχναν να παίρνουν περισσότερη ανάσα. Ο κύριος Παναγιώτης πλήρωσε τον οδηγό και βγήκε απο το αμάξι με ένα σακίδιο κρεμασμένο στον ώμο του. Στάθηκε έξω απο την πόρτα με τον αριθμό που είχε στο χαρτάκι και έψαξε τριγύρω για οτιδήποτε πρόδιδε οτι είχαν φτάσει σωστά. Σύντομα βρήκε τα φωτεινά κουδούνια και με θάρρος ζούλιξε το όνομα του Μάρκου με το δάχτυλό του. Όταν η αντρική φωνή ζήτησε να συστηθεί, αυτός είπε άγαρμπα “Ο πατέρας της Αρετής”.  
Η πόρτα άνοιξε αμέσως και γρήγορα βρέθηκαν έξω απο την είσοδο του διαμερίσματος που τους περίμενε ήδη ο Μάρκος. Τρεις άνθρωποι χλωμοί με την απορία να γυαλίζει στο βλέμμα και την αγωνία να διαγράφει το περίγραμμα του προσώπου τους. Τρία ζευγάρια μάτια έπεσαν πάνω του, τα πιο σημαντικά της ζωής του. Η σιωπή το καλωσόρισμα και εκείνος πισωπάτησε κάνοντας τους χώρο να περάσουν μέσα. 
Πρώτος βάδισε ο πατέρας της και ακολούθησαν η μάνα με τον γιο του. Έτσι το ξεραν στο χωριό, ο άντρας να περπατά μπρος ως αρχηγός για να τρώει εκείνος τα χτυπήματα της μοίρας πρώτος, να αποδυναμώνει την ορμή τους και να προστατεύει τη φαμίλια του.
Ο κύριος Παναγιώτης κοντοστάθηκε στη μέση του σαλονιού και έψαξε την κόρη του που δεν ήταν πουθενά.  Ο Μάρκος τον πλησίασε και άγγιξε τα λουριά απο την τσάντα του.
  “Δώστε μου τα πράγματα. Θα ενημερώσω την Αρετή” του είπε χαμογελώντας συγκρατημένα και με σεβασμό. Πράγματι, αφού εκείνος πήγε τους σάκους όλων στα δωμάτια, σε μερικά λεπτά επέστρεφε με την μικρή στο πλάι του. Της άγγιζε με την παλάμη απαλά τη μέση και δεν την πίεσε όταν αυτή μαρμάρωσε βλέποντας την οικογένειά της. Είχε εμφανιστεί στο πλάι τους και ο κύριος Παναγιώτης πήρε μια βαθιά ανάσα αναγνωρίζοντας την μυρωδιά του παιδιού του. 
Έτσι, νωχελικά έστρεψε το πρόσωπό του και η συνάντηση αυτή σκόρπησε τις ψυχές στον άνεμο. Η Αρετή δεν άργησε να χαμηλώσει το κεφάλι και ο κυρ Παναγιώτης αμέσως ψήλωσε σπεύδοντας μπρος στο παιδί του. Κλείδωσε το πρόσωπό της ανάμεσα στις πολυδουλεμένες άγριες παλάμες του και την ανάγκασε να τον κοιτάξει.
  “Τι είναι αυτά Αρετή;” την ρώτησε θυμώνοντας με τα βουρκωμένα της μάτια.
  “Έτσι σε μεγάλωσα εγω; Αυτό σου έμαθα; να σκύβεις το κεφάλι σου; Πότε με είδες να το κάνω; Πότε Αρετή είδες τον πατέρα σου να ντρέπεται;” την ρώτησε φωναχτά σμίγοντας τα φρύδια του. 
Τα χέρια του την πίεζαν και αυτός αντιστεκόταν στην θλιβερή εικόνα του παιδιού του.
  “Όταν η αλήθεια ανθίζει τότε η περηφάνεια καρπίζει δύναμη Αρετή. Μόνο συγχώρα με κόρη μου που δεν τα έκανα όλα σωστά. Τώρα όμως είμαι εδώ… και η μάνα σου… και ο Ορέστης μας. Εδώ κόρη μου για να μεγαλώσουμε την περηφάνεια σου ακόμα περισσότερο. Κανείς δεν κλέβει την ψυχή μας αν δεν τον αφήσουμε. Κανείς δεν την αγγίζει αν δεν του ανοίξουμε την πόρτα να περάσει. Κανείς δεν την τσαλακώνει αν αυτή είναι άπιαστη όπως το φως. Κανεις Αρετή, τ’ακούς;” συνέχισε ο κυρ Παναγιώτης, ο αμόρφωτος και τράβηξε το παιδί του μέσα στην πελώρια σαν τη θάλασσα αγκαλιά του.
Ο Μάρκος απο δίπλα έκλεισε τα βλέφαρα και μέσα του είπε λόγια προσευχής που η μικρή του βρισκόταν στο κέντρο μιας γερής αλυσίδας. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τον πατέρα της στον ώμο.
  “Ελάτε. Ας καθίσουμε. Έχουμε πολλά να πούμε” είπε και ο κυρ Παναγιώτης κατέναυσε ακολουθώντας τον στην τραπεζαρία. Οι καρέκλες πιάστηκαν και τα μέλη μιας ολόκληρης οικογένειας ενώθηκαν σαν γροθιά για να αποδείξουν στην κοινωνία οτι το δίκαιο δεν είναι θέμα μόρφωσης... πως το σωστό δεν χρειάζεται πτυχία και ο κόσμος έχει ανάγκη απο ανθρωπιά.
Η μάνα της Αρετής είχε κλειδώσει το χέρι της κόρης της μέσα στην παλάμη και ο αδερφός της κάθε τόσο της έκλεινε το μάτι.
  “Εσύ είσαι ο Σιμεωνίδης” πέταξε κάποια στιγμή ο πατέρας της.
 “Εγώ είμαι ο Μάρκος” απάντησε εκείνος παρατηρώντας μια σπίθα στα μάτια του κύριου Παναγιώτη.
  “Εσύ είσαι αυτός που στέκει πλάι στην κόρη μου” συνέχισε.
  “Εγώ είμαι αυτός που την αγαπάει” αντιγύρισε ο Μάρκος.
  “Εκείνον; Τον ξέρεις;” ρώτησε ευθέως.
  “Νόμιζα πως τον ήξερα” απάντησε.
  “Γιατί;” αναρωτήθηκε ο πατέρας της και εκείνος χαμογέλασε λυπημένα χαμηλώνοντας το βλέμμα του. Όχι από ντροπή, αλλά περισσότερο από απογοήτευση. Σκέφτηκε μια φράση του Νίτσε και αποφάσισε πως αυτή ταίριαζε στα αφτιά του κύριου Παναγιώτη. Απλή... μα πέρα για πέρα αληθινή.
  “Το καλό και το κακό είναι προκαταλήψεις του Θεού, είπε το φίδι. Γι αυτό!”
  “Και τώρα;” συνέχισε ο πατέρας.
  “Όταν κάποιος απλώνει το χέρι του πάνω σου θα πρέπει να βεβαιωθείς οτι δεν θα το κάνει ποτέ σε κανέναν άλλον. Αυτό!” δήλωσε ο Μάρκος και οι άντρες ένωσαν τις παλάμες τους σφιχτά συμφωνώντας μόνο με λίγες ουσιαστικές κουβέντες.

  Το ζευγάρι φιλοξένησε την οικογένεια της Αρετής και σύντομα ο πατέρας της γνώρισε τον Πέτρο που είχε τον ρόλο του δαδούχου σε τούτη την υπόθεση. Με τις γνώσεις του αλλά και το συναίσθημα που έτρεφε για τον Μάρκο και την Αρετή θα έβγαινε μπροστά παλεύοντας για εκείνη. Δεν είχε πολλά όπλα στα χέρια του και τους προετοίμασε όλους για μια ενδεχόμενη ήττα. Όμως ομόφωνα αποφάσισαν πως θα στέκονταν στην δικαστική αίθουσα με το κεφάλι ψηλά λέγοντας την αλήθεια. Η αμαρτία θα βάραινε, έτσι κι αλλιώς, όσους την αμφισβητούσαν. Αυτοί απλώς θα την πέταγαν στον αέρα γιατί ήξεραν πως δεν ήταν λάθος επειδή κανείς δεν θα την έβλεπε, αλλά θα γινόταν μέγα σφάλμα αν κανείς δεν την άκουγε.

  Και η μέρα έφτασε. 
Και η Αρετή ετοιμάστηκε. 
Και βάδισε τον διάδρομο των δικαστηρίων μαζί με τον στρατό της. 
Τους ανθρώπους που δεν την άφησαν λεπτό να ξεχάσει την αξία της. Που δεν της επέτρεψαν να ντραπεί καθώς οι ίδιοι δεν ένιωσαν ίχνος αυτού του συναισθήματος. 
Όλοι μαζί μπήκαν στην  αίθουσα έχοντας το κεφάλι ψηλά και την ίδια να νιώθει ζεστασιά και ασφάλεια με το χέρι της χωμένο μέσα στου  Μάρκου.

Μια μόνο στιγμή έφερε αντίσταση και πήρε μια τρεμάμενη ανάσα. 
Όταν αντίκρυσε την μάνα του και έπειτα τον Δημήτρη.
Μια μονό στιγμή όμως ήταν λίγο... πολύ λίγο για να την σταματήσει!

Σχόλια