Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ


-26-
  Όλοι έλαβαν τις θέσεις τους και το έδρανο του δικαστή το τελευταίο που γέμισε απο την επιβλητική του παρουσία αλλά και των υπολοίπων που τον συντρόφευαν. Η Αρετή δεν έλεγχε την καρδιά της και ασυναίσθητα χαμήλωσε το πρόσωπο. Ο Μάρκος της έσφιξε το χέρι και ο απότομος πόνος τράβηξε το βλέμμα στο μέρος του. Το κορμί του έγειρε σ' εκείνη, παρόλο που κοιτούσα μπροστά, ψιθυρίζοντάς της,
  “Ψηλά το κεφάλι Αρετή. Η ντροπή είναι δική τους. Στο εξής θα χαμηλώνεις το βλέμμα για να κοιτάς το χέρι μου που κρατά το δικό σου… μόνο γι αυτό αγάπη μου. Μόνο γι αυτό. Ψηλά το κεφάλι Αρετή και μην ξεχάσεις να πεις το όνομά του καθαρά και δυνατά”. 
Τα μάτια της πλημμύρισαν και ρίγησε απο τις απλές λέξεις που έμοιαζαν με θεσμό, αξία και αρετή… έμοιαζαν στο όνομά της… έμοιαζαν και στο δικό του.
Σήκωσε το κεφάλι της και ίσιωσε τους ώμους της.
  Ο δείκτης του ρολογιού βαρύς έπεσα πάνω στο –ακριβώς- και ο αγώνας ξεκινούσε. Μορφωμένοι άνθρωποι έπαιρναν τον λόγο. Σπουδαγμένοι άντρες και γυναίκες μέσα στα καλοσιδερωμένα κουστούμια τους μιλούσαν με σοβαρότητα και διάχυτη αυστηρότητα. Κουβέντες κοφτές και ορολογίες που τρόμαζαν με τον ήχο τους. Προτάσεις που κατακεραύνωναν τις καρδιές με συναισθήματα και άλλες έστελναν ακτίνες ελπίδας. Βλέμματα γεμάτα υποψία και ματιές διαπεραστικές. Χέρια φυλλομετρούσαν δεκάδες έγγραφα και ένα ξύλινο σφυρί βροντοχτυπούσε απαιτώντας ηρεμία κάθε λίγο και λιγάκι. Όλοι αντίπαλοι με όλους και καθένας ξεχωριστά ένας μικρός στρατός. Φτωχοί μα και πλούσιοι ανάδευαν μια υπόθεση που έμοιαζε με τον βυθό της θάλασσας. Γνώριζαν την ύπαρξή του μα κανείς δεν παραδεχόταν απόλυτα την έκταση του. Όλα κίνδυνος. Όλα δεδομένα και τα πάντα αναζητούσαν αποδείξεις. Η Αρετή ν' ακούει μέχρι που αποφάσισε να πάρει την ψυχή της έξω απ' την αίθουσα. Μια βόλτα στα σύννεφα, ανάμεσα στα ελεύθερα πουλιά και το μπλε τ’ ουρανού. Έναν περίπατο για να δει τον κόσμο απο ψηλά μήπως και αλλάξει γνώμη γι αυτόν. Μια ευκαιρία να του δώσει. 
Οι φωνές είχαν χρώματα και έβαφαν την καρδιά της. Το κορμί αφιλόξενο και ο Πέτρος έχανε. Μονάχος πάλευε με τα θηρία που τον ξέσκιζαν αδίστακτα προτάσσοντας ένα σωρό ύπουλες ασπίδες ικανές να αντικρούσουν την αλήθεια. Κι εκεί αναρωτήθηκε τι ακριβώς σημαίνει αυτή η λέξη. Αλήθεια είναι η αντίληψη ενός φαινομένου… είναι όταν οι άνθρωποι συμφωνούν για το γεγονός και την αίσθηση που τους προκαλεί. Κι εκεί ο Πέτρος αναρωτήθηκε ξανά γιατί η μαρτυρία της Αρετής δεν τους άγγιζε. 
Πυρά απο παντού και τα καταχθόνια πλάσματα στην άκρη να τρίβουν τις παλάμες τους μπρος σε μια νίκη που ερχόταν κατά πάνω τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το πιγούνι του Δημήτρη όσο περνούσε η ώρα υψωνόταν όλο και περισσότερο προς τον ουρανό μα δεν υπολόγιζε τα μάτια του Θεού που θα το διέκριναν ολοκάθαρα. Η Έλσα ακλόνητος υποστηρικτής του με όλα της τα στολίδια να στραφταλίζουν μεταμορφώνοντάς την σε αγγελόμορφο θηλυκό. Τα πάντα πάνω τους... στολές των ανθρώπων κομμένες και ραμένες άψογα στα μέτρα της κοινωνίας και των συμφερόντων. Αίθουσα φτιαγμένη στ' όνομα της δικαιοσύνης που έμοιαζε περισσότερο με αρένα. Μονομάχοι οι αμόρφωτοι και τα λιοντάρια ανταγωνίζονταν μεταξύ τους ποιος θα καταβροχθίσει το μεγαλύτερο κομμάτι. Διψούσαν για το αίμα της ψυχής και τα εύσημα τής συνθλιψής της. Αλλά η Αρετή είχε το κεφάλι της ψηλά και το κορμί της ίσιο. Ο κύριος Παναγιώτης έσφιγγε το χέρι της γυναίκας του που έπνιγε το κλάμα της και δίπλα ο Ορέστης γρύλιζε αφού η λαχτάρα να αρπάξει την αδερφή του και να εξαφανιστεί ολοένα και τον πονούσε. Ο Μάρκος δεν έπαψε να της ψιθυρίζει και εκείνη σκεφτόταν τα λόγια του πατέρα της για τον κόσμο. Ίσως τίποτα να μην κατάφερνε μα αν δε μπορούσε να τον διορθώσει για να τον βρουν τα παιδιά της καλύτερο τουλάχιστον θα του τα λεγε. Θα τα έλεγε στον κόσμο έξω απο τα δόντια και έπειτα θα τον άφηνε πίσω της. Τελικά η απρόβλεπτη θάλασσα ήταν καλύτερη απο την σιγουριά της γης και η Αρετούλα θα την διάλεγε με χαρά. Και η σειρά της έφτασε και σηκώθηκε όρθια μπροστά σε όλους, με το κεφάλι πάντα ψηλά και τη ματιά στεγνή μα ολοκάθαρη. Τα θηρία αγρίεψαν και πολέμησαν μεταξύ τους διεκδικώντας την καλύτερη ανταμοιβή που είχε αφεθεί για το τέλος. Την τρέλαναν στις ερωτήσεις και λες πως τους ενοχλούσε μέχρι και η ανάσα της δεν της άφηναν χρόνο να πάρει ούτε μια. Όμως αυτή είχε αποθέματα καθώς το οξυγόνο της ήταν ο έρωτας για εκείνον με καλύτερο δάσκαλο το δελφίνι που πάντα κολυμπούσε πλάι της. Είχε μάθει τον βυθό και αυτός την ίδια. Ταίριαζαν τόσο που η καρδιά της ηρεμούσε. Και τα θηρία περιφέρονταν γύρω της απειλητικά έχοντας σκοπό να την ντροπιάσουν, να την ενοχοποιήσουν και στο τέλος να την καταδικάσουν… αυτό ήταν το στέμμα της δικαιοσύνης… και η Αρετή λυπήθηκε τον βασιλιά. Ένιωσε συμπόνια για τα φανταχτερά του ρούχα, την εξουσία και τον σεβασμό που απαιτούσε. Κι όταν τα θηρία λαχανιασμένα απο τον αγώνα έπαψαν... τα μάτια της άστραψαν, τα μάγουλα της λαμπάδιασαν και η ψυχή της έλαμψε. Ο λαιμός της μάκρυνε και το βλέμμα τρύπωσε στου δικαστή, μπροστά της. Οι ώμοι της απλώθηκαν, η ράχη ίσιωσε και μια πραγματική αρχόντισσα τους συστηνόταν. Γιατί η Αρετή μπορεί να έχανε και να μην άλλαζε τον κόσμο για να τον βρουν τα παιδιά της καλύτερο αλλά θα του τα έλεγε. Θα τα έλεγε στον κόσμο έξω απο τα δόντια όπως αξίζει να κραυγάζεται η αλήθεια. Όπως αξίζει να φωνάζει κανείς το δίκαιο. Περήφανα, αντρόπιαστα και αλύγιστα.
  “Τόση ώρα ακούω τις ερωτήσεις σας και κοιτώ τα μάτια σας. Είστε σίγουροι για όσα θέλετε να μάθετε και περιμένετε να σας αποδείξω τα δικά μου λεγόμενα. Ε! λοιπόν και εγώ θέλω αποδείξεις για τα συμπεράσματά σας. Αποδείξεις για τον νόμο που προστατεύετε και ασκείτε. Ποια θα ήταν η σωστή αντίδραση; Ποια η λογική συμπεριφορά και γιατί η σιωπή μου σας κάνει να πιστεύετε οτι δεν υπηρξε βιασμός; Ένας από εσάς θέλω να μου πει με βεβαιότητα πως η απουσία του –όχι- σημαίνει συναίνεση. Ένας απο σας θέλω να μου εξηγήσει με επιχειρήματα γιατί η έλλειψη ενός ενθουσιώδους –ναι- σημαίνει άρνηση. Ας έρθει εδώ κάποιος… στη δική μου θέση και να με κοιτάξει στα μάτια λέγοντας μου οτι η απαθής αντίδρασή μου δεν είναι αποτέλεσμα φόβου, αγωνίας μην πάθω περισσότερο κακό, απελπισίας και σύμπτωμα ενός σοκ για την σκέψη οτι συμβαίνει σ’ εμένα αυτό. Αν δεν έχετε ποτέ παραλύσει απο τρόμο, αν δεν έχετε ποτέ απειληθεί, αν δεν έχετε ποτέ κινδυνέψει για ποιες αποδείξεις μιλάτε; Η αντίληψή σας οικοδομεί το μύθο του βιασμού και μετατρέπει το θύμα σε ένοχο. Εγώ να περιγράψω, εγώ να αποδείξω, εγώ να ντροπιαστώ… γιατί εγώ και οχι εκείνος; Δεν μπορούσα να κουνηθώ… ήθελα να ουρλιάξω μα η φωνή μου δεν έβγαινε… την έπνιγε η καρδιά που έσπαγε. Σκέφτηκα πως έπρεπε να επιβιώσω απ’όλο αυτό. Σκέφτηκα πως αν έμενα άπραγη θα τελείωνε ο εφιάλτης γρηγορότερα και εσείς μου ζητάτε σημάδια. Μου λέτε οτι ώφειλα να παλέψω περισσότερο, να ματώσω και να ρισκάρω τη ζωή μου. Οι μώλωπες είναι οι αποδείξεις σας αλλά για τις πληγές της ψυχής ούτε λόγος. Την απαξιώνετε… την προσπερνάτε. Η κοινωνία ζητάει απ’όλες τις γυναίκες να μη σιωπούν και έπειτα η ίδια ακυρώνει την εμπειρία τους, προκαλεί ενοχές και αποθαρρύνει άλλα θύματα να ζητήσουν βοήθεια. Με μπερδεύετε και εγώ σας σεβόμουν… ο δικός σας σεβασμός που είναι; Χωρίς τις αποδείξεις που ζητάτε θα τον αθωώσετε και έπειτα η κοινή γνώμη θα ενοχοποιήσει εμένα για ψευδή κατηγορία. Αποδείξτε πρώτα οτι λέω ψέμματα και έπειτα καταδικάστε με…. αλλά το να τιμωρηθώ επειδή δεν έχετε τις αποδείξεις της ενοχής του και τον απαλλάσετε λόγω αμφιβολιών είναι τόσο παράλογο όσο και η μαρτυρία μου που θα σας αρκούσε οτι ούρλιαξα –όχι- χωρίς κανέναν μάρτυρα. Ο πατέρας μου μ' έμαθε πριν απο κάθε μου πράξη να σκέφτομαι πως θέλω να είναι ο κόσμος που θα παραδώσω στα παιδιά μου και αυτή τη στιγμή για το μόνο πράγμα που ντρέπομαι δεν είναι που είπα την αλήθεια αλλά το πως θα εξηγήσω σ' αυτά οτι υπήρξα μέρος μιας γενιάς που ανεχόταν τον βιασμό. Νιώθω φρίκη και στη συνειδησή μου αυτό θα αποτυπωθεί ως το πιο αποτρόπαιο έγκλημα του ανθρώπινου είδους. Μοιάζει με το κυνήγι των μαγισσών. Μοιάζει με τον διαχωρισμό των ανθρώπων απο το χρώμα τους. Μοιάζει με όλα αυτά που μετανιώσαμε στο πέρασμα των χρόνων αλλά γεννήσαμε καινούρια λες και το μέλλον δεν θα αντέξει δίχως να κάνετε τα στραβά μάτια στο κακό και τ’άδικο. Λες και χωρίς αυτά το καλό και το δίκαιο θα χάσει την αξία του. Πως θα ξεκολλήσετε την απορία απο τα μάτια των παιδιών σας… των εγγονών σας… όταν ανακαλύψουν οτι επιτρέπατε κάτι τέτοιο; Οτι τολμούσατε να κοιτάζετε μια γυναίκα και να της λέτε οτι θα έπρεπε να είχε ουρλιάξει, να είχε αντισταθεί, να είχε πει καθαρά και φωναχτά –όχι-. Πως θα δικαιολογήσετε την ενοχή της για ένα έγκλημα που δεν καταδικάστηκε αλλά έκανε καταγγελία για βιασμό; Τι αποδείξεις θα ζητούσατε στην κόρη σας ή τη γυναίκα σας που πρέπει εγώ να έχω για να φανώ τελικά ως θύμα; Αλλά ξέρετε κάτι; Δεν με νοιάζει πια τι θα αποφασίσετε μου αρκεί που ξέρω εγώ την αλήθεια και με πιστεύουν όσοι αγαπάω. Όσο για τα παιδιά μου θα τα διδάξω να χρησιμοποιούν τη φωνή τους, όχι όπως εσείς απαιτείται αλλά όπως το δίκαιο διατάζει… και αυτό πηγάζει απο την καρδιά πρώτα… γιατί εγώ, σε αντίθεση με τα βιβλία σας, θέλω έναν κόσμο με μια δόση ανθρωπιάς κι αγάπης” τους είπε και γυρνώντας την πλάτη της στον δικαστή έμεινε ακίνητη, πρώτα, κοιτάζοντας ευθεία στα μάτια τον Δημήτρη που σύντομα κατέβασε το κεφάλι και ύστερα τους αγαπημένους της που ανέβασαν το δικό τους ακόμα πιο ψηλά απο περηφάνεια, χαμογελώντας. Η δίκη τελείωσε με σιωπή και τον τελευταίο λόγο τον άφησε η Αρετή να αντιλαλεί στην αρένα ακόμα και όταν αυτή άδειασε. Έτσι όπως είχε μπει, έτσι ακριβώς βγήκε βρίσκοντας  τον εαυτό της αντί να τον χάσει, γιατί τον κρατούσαν αγκαλιά ο Μάρκος και η οικογένειά της.
 
  Πριν την απόφαση, ο Πέτρος με τον φίλο του μαζί επισκέφτηκαν την Έλσα που τους υποδέχθηκε παγωμένη. Ο γιος κοίταξε τη μάνα για τελευταία φορά και απο το στόμα του ξεχύθηκε η αλήθεια της δικής της ενοχής. Της είπε τα συμπεράσματα που προέκυψαν μετά απο πολύ σκέψη και μπρος στην αποκάλυψη τής συμμετοχής της στο έγκλημα, καθώς αυτή ήταν που είχε παρακινήσει τον Δημήτρη και εραστή της στον βιασμό,  αλλά και του όρου της διαθήκης... αυτή έμεινε άφωνη επιβεβαιώνοντας στους δύο άντρες την ορθότητα του νου και του ενστίκτου. Στο τέλος, ο Μάρκος χαμογέλασε ειρωνικά αλλά και με μια στάλα απέχθειας, μα πριν σηκωθεί και φύγει έτεινε το δεξί του χέρι κάτω απο τα μάτια της. Η βέρα του υπήρχε εκεί, λαμπερή και απαστράπτουσα... μα όχι ψεύτικη σαν τα δικά της κοσμήματα, γιατί ήταν φτιαγμένη απο μια δόση χρυσού έρωτα και δεν χρειαζόταν περισσότερα για να δείχνει αληθινή. Την Αρετή την παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο κρυφά απο τα μέσα, με μάρτυρες τον Πέτρο και τον αδερφό της, πριν ξεκινήσει η εκδίκαση της υπόθεσης κρατώντας το γεγονός ως έκπληξη στη μάνα του. Η καλύτερη εκδίκηση που θα μπορούσε να πάρει και η έσχατη ποινή που ο ίδιος της επέβαλε μετέπειτα ήταν να πουλήσει το σπίτι της καθώς ήρθε στην κατοχή του μετά την ενεργοποίηση της διαθήκης.
  

  Ο Δημήτρης τελικά καταδικάστηκε και η Αρετή έδωσε μια συνέντευξη λέγοντας τα πάντα, παρακινώντας όλες τις γυναίκες να μιλούν δίχως να φοβούνται.  Τελικά την πόλη την άφησε πίσω της. Τελικά γύρισε την πλάτη στη στεριά και μαζί με τον Μάρκο και την οικογένειά της γύρισαν στο νησί. Το ζευγάρι αγόρασε ένα μικρό μισογκρεμισμένο ταβερνάκι πάνω στο κύμμα και ο ένας πλάι στον άλλον έκαναν αυτό που αγαπούσαν αυξάνοντας κάθε λεπτό τις δόσεις του έρωτά τους απογειώνοντας την ευτυχία της ζωής τους. Ο Πέτρος απαρνήθηκε το επάγγελμά του και μια μέρα βρέθηκε να κάθεται σ' ένα απο τα ξύλινα τραπεζάκια του μαγαζιού τους, με τα μπατζάκια του παντελονιού του μαζεμένα, ξυπόλητος ν' αγναντεύει τη θάλασσα. Η έκπληξη του ζευγαριού ανυπολόγιστη και η οικογένεια μεγάλωνε μ' εκείνον να εγκαθίστανται για πάντα στο νησί. Σύντομα το μυστήριο βλέμμα του και η αδιαμφισβήτητη γοητεία του χτύπησε την φίλη της Αρετής, Αντιγόνη, στο κέντρο της καρδιάς και ένας νέος έρωτας γεννήθηκε. Και η οικογένεια μεγάλωνε πάνω στα βότσαλα, στην ακροθαλασσιά, παρέα με τους γλάρους και εκείνο το δελφίνι που στιγμές πλησίαζε βγάζοντας γλυκούς ήχους φιλίας.
Η ιστορία της Αρετής έγινε σύμβολο και το όνομά της γράφτηκε σε πολλα πανό διαδηλώσεων με την έκφραση

      ΕΊΝΑΙ ΑΡΕΤΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΑΡΕΤΗ Η ΦΩΝΗ-

  Και η Στέλλα του χωριού της βγήκε απο το σπίτι χωρίς να ντρέπεται πια και ο πατέρας της έμαθε τον λόγο που έπρεπε να σηκώνει το κεφάλι και το χωριο αγκαλιάστηκε και ίσως ο κόσμος, που η Αρετή ήθελε να μάθει στα παιδιά της, να ξεκινούσε απο το νησί της και το μικρό χωριό της… με τους αμόρφωτους ανθρώπους να δίνουν παράδειγμα πολιτισμού, παιδείας, δικαιοσύνης, αλληλλεγγύης μα πάνω απ’όλα ανθρωπιάς κι αγάπης. Γιατί ο κόσμος θέλει μια μικρή δόση απ’όλους μας ξεχωριστά για να γίνει καλύτερος και ποτέ να μην γεννηθεί η απορία στα μάτια των παιδιών. Ποτέ να μην ντραπεί κανείς για τις πράξεις της γενιάς του και να παραδώσει μια κληρονομιά θαύμα όπως και η γέννησή μας.

  Και η Αρετή το ξέχασε… για την ακρίβεια ένιωσε σαν να μην της συνέβη ποτέ. Η αγάπη του Μάρκου, η στήριξή του, η ζεστή αγκαλιά του και το πάθος του μια ανέλπιστη θεραπεία που εκείνη λάμβανε κάθε μέρα απεριόριστα κατανοώντας πως μια δόση αγάπης ήταν η γνώση όλου του κόσμου και αυτή ο πιο μορφωμένος άνθρωπος… και ο πατέρας της ο πιο σοφός… και η μητέρα της η πιο ταλαντούχα… και ο αδερφός της ο πιο έξυπνος.. και ο Πέτρος ο πιο τίμιος… και το νησί της ο χαμένος παράδεισος. Γιατί αυτόν τον φτιάχνει καθένας μόνος του αρκεί να έχει τα καλύτερα υλικά και να τα διαχειριστεί με σεβασμό. Να τα ανακατέψει με προσοχή, να τους δώσει χρόνο στην αγάπη και έπειτα να τα απολαύσει για μια ζωή γεμάτη γεύση, άρωμα και μια δόση ανεξάντλητου έρωτα.

  Μια συνηθισμένη ηλιόλουστη Κυριακή, η οικογένεια είχε συγκεντρωθεί στο ταβερνάκι του ζευγαριού, που σιγά σιγά γινόταν γνωστό σε κατοίκους μα και τουρίστες που γνώριζαν την ιστορία των ιδιοκτητών του και κατέφθαναν όλες τις εποχές απ’όλα τα μήκη και πλάτη του κόρμου. Απο τότε που είχαν μετακομίσει στο νησί είχαν καθιερώσει αυτήν τη μέρα και την αφιέρωναν στους εαυτούς τους. Μαζεύονταν γύρω απο ένα τραπέζι και απολαμβάνοντας το θεσπέσιο φαγητό του Μάρκου και της Αρετής μοιράζονταν τα σχέδιά τους, έκαναν αστεία και επέτρεπαν στο τοπίο να τους μαγέψει μέχρι το δείλι. Τότε που ο ουρανός έπαιζε με τα χρώματα του πάνω στη θάλασσα προσφέροντας στα μάτια τους τις ομορφότερες ζωγραφιές. 
Τη στιγμή που κανείς δεν έλειπε, ο κύριος Παναγιώτης απόρησε με την παρουσία του Μάρκου που συνήθιζε να προετοιμάζει εκείνος το οικογενειακό τραπέζι.
  “Άλλο πάλι και τούτο. Τι κάνεις γιε μου εδώ, δεν θα φάμε σήμερα;” τον ρώτησε και αυτός απλωμένος άνετα στην καρέκλα του, ως άλλος αφέντης, απάντησε
  “Η κόρη σου κυρ Παναγιώτη έθεσε βέτο. Σήμερα μαγειρεύει εκείνη”
  “Μα καλά τι είναι αυτό το βέτο;... και εσύ μωρέ ολόκληρος άντρας πως το ανέχεσαι;” παρατήρησε ο πατέρας της προκαλώντας το γέλιο των πιο νέων.
  “Αφού δεν της χαλάω χατήρι και το ξέρεις”
  “Αυτά κάνετε εσείς οι νέοι και μετά σας χώνουν στα φουστάνια τους τα θηλυκά” σχολίασε και γύρισε την προσοχή του στη θάλασσα δήθεν απογοητευμένος.
Σύντομα η Αρετή και  η Αντιγόνη εμφανίστηκαν με δίσκους στα χέρια που πάνω τους βολεύονταν τα πιάτα της οικογένειας με το φρεσκομαγειρεμένο φαγητό. Όταν οι γυναίκες τούς ακούμπησαν στο τραπέζι τα μάτια όλων γούρλωσαν και ο Μάρκος πετάχτηκε απο τη θέση του.
  “Τι είναι αυτό;” ρώτησε αυστηρά. Η Αρετούλα έβαλε αμέσως τα χέρια στη μέση της και του ανταπάντησε με ύφος
  “Δεν κατάλαβα κύριε Σιμεωνίδη έχετε πρόβλημα με την επιλογή μου;”
Ο Μάρκος πριν μιλήσει άρπαξε ένα κουτάλι βυθίζοντάς το στο πρασινοχακί απροσδιόριστο φαγητό και, αφού πήρε μια δόση, το άφησε να τρέξει ξανά μέσα στο πιάτο μορφάζοντας αηδιασμένος.
  “Χολή θα μας ταίσεις κόρη μου;” πετάχτηκε ο πατέρας της κάνοντας τα νεύρα της κοπέλας να τεντωθούν αυτοστιγμεί.
  “Όλο κριτική είστε. Φάτε πρώτα και μετά σχολιάζετε. Δε φτάνει που πέρασα ώρες στην κουζίνα για χάρη σας ...να ακούω απο πάνω και τα παράπονά σας. Αντε!” αναφώνησε εκνευρισμένη και ο Μάρκος τραβώντας το πρόσωπό του προς τα πίσω κοίταξε τον φίλο του έκπληκτος. Η Αρετή με την Αντιγόνη μοίρασαν τις μερίδες και πήραν θέση στο τραπέζι αναμένοντας τον πρώτο που θα δοκίμαζε. Κι αφού πέρασαν αρκετά λεπτά δίχως κανείς να το τολμά αυτή ξαφνικά έβαλε τα κλάματα. Ο Μάρκος σάστισε και τινάχτηκε αμέσως μπρος στα πόδια της χαμηλώνοντας το κορμί του.
  “Αρετούλα μου. Έλα αγάπη μου μην κλαις… να δες με…εγω το τρώω” της είπε και έφαγε μια γενναιόδωρη μπουκιά απο το δικό της πιάτο. Άπαντες καρφώθηκαν πάνω του καθώς το ανάδευε στο στόμα του και παρατηρούσαν τις εναλλαγές των εκφράσεών του. Κάποια στιγμή στριφογύρισε τα μάτια του και μουρμούρησε ακαταλαβίστικα.
  “Μμμμ… κολοκύθι… καρότο… μπρόκολο σίγουρα…αλάτι καθόλου…απο μυρωδικά ούτε ίχνος… λίγο ελαιόλαδο… Τέλειο!” φώναξε μόλις κατάπιε τελείως και αυτή τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο κλαψουρίζοντας και γελώντας ταυτόχρονα.
  “Ψεύτη”
  “Είναι η καλύτερη συνταγη για εγχειρισμένο… για κάποιον που γλύτωσε μόλις το έφραγμα… για κάποιον που θέλει να το αποφύγει… “ αρχισε να της λέει και  το διασκέδαζαν.
  “Μόνο;” τον ρώτησε η Αρετή και εκείνος έκανε πως σκέφτεται σοβαρά.
  “Μμμμ… όχι, όχι μόνο, φυσικά. Είναι και η καλύτερη συνταγή για βρέφη… ναι, ναι ένα μωρό μπορεί εύκολα να φάει αυτόν τον πλούτο θρεπτικών συστατικών” απάντησε και το πρόσωπο τής Αρετής γαλήνεψε.
  “Ακριβώς. Γι' αυτό κύριε Σιμεωνίδη να φροντίσετε να την μάθετε γρήγορα” είπε ήρεμη χαιδεύοντας με την παλάμη την κοιλιά της. Εκείνος πάγωσε, έχασε το χρώμα του για να το βρει γρήγορα και να τσαλακώσει το αψεγάδιαστο πρόσωπό του στην συνειδοτοποίηση της ανακοίνωσής της. Απροειδοποίητα τύλιξε τα χέρια του στο κορμί της και την σήκωσε μαζί του στριφογυρίζοντας την στον αέρα. Γελούσε, έκλαιγε, την φιλούσε και δεν σταμάταγε να παίρνει στροφές. Ο πατέρας της έπιασε την καρδιά του, η μάνα της σκούπιζε τα μάτια μάταια αφού αυτά ξεχείλιζαν ανεξέλεγκτα, ο Πέτρος τράβηξε πάνω του την Αντιγόνη αφήνοντας ένα δυνατό φιλί στα χείλη της και ο Ορέστης έσκασε στα γέλια τρώγοντας με λαχτάρα το φαγητό που πριν λίγο του έφερνε αναγούλα.
Και η οικογένεια μεγάλωνε.
Και η Αρετή με τον Μάρκο έκαναν τα παιδιά που θα συνέχιζαν τον κόσμο που ονειρεύονταν.
Και η ζωή τούς αποζημίωσε γιατι της αρκεί μια δόση έρωτα, αγάπης και ανθρωπιάς πάνω στα βότσαλα και πλάι στο κύμα. Μέσα σε ζεστές αγκαλιές, αληθινά χαμόγελα και μια στάλα πείσμα, μια πρέζα δύναμη και μια οκά περιφάνεια.
Και η οικογένεια μεγάλωνε και ο χρόνος περνούσε και οι άνθρωποι συνέχιζαν ελπίζοντας ποτέ να μην ντραπούν για την κληρονομιά που θ' άφηναν πίσω τους.
Και η Αρετή με τον Μάρκο δεν χώρισαν ποτέ.
Και ο Πέτρος παντρέυτηκε μπροστά στη θάλασσα την Αντιγόνη.
Και ο Ορέστης μάθαινε ένα σωρό κατασκευές στ’ ανήψια του.
Και η μάνα του ασβέστωνε τις αυλές καλύτερα απ’όλους.
Και ο κύριος Παναγιώτης, ο αμόρφωτος του νησιού, συνήθισε τα τσιμπήματα της καρδιάς γιατί τελικά βρήκε την λέξη να τα εξηγήσει. ΕΥΤΥΧΙΑ!
Εν ολιγίστοις κείται το ευδαιμόνως βιώσαι.

(η ευτυχία στη ζωή εξαρτάται απο πολύ λίγα πράγματα)
ΤΕΛΟΣ

2 σχόλια:

  1. Ένα ανάγνωσμα που θα πρέπει να διαβάσουν όλες οι γυναίκες!!!
    Που μέσα από τα λίγα κεφάλαια του, μα μαθαίνει να κρατάμε το κεφάλι ψηλά και να λέμε την αλήθεια όταν χρειάζεται..
    Για άλλη μια φορά μπράβο Ηώ αυγέρη!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.